Η σημασία της επιλογής φωτογραφικής μηχανής, μύθοι και πραγματικότητα
(κείμενο αρχικά δημοσιευμένο στο dpgr)
Υπάρχουν πολλοί λόγοι που αγοράζει κάποιος μία συγκεκριμένη φωτογραφική μηχανή. Ένας λόγος είναι επειδή απλά του αρέσει και επειδή μπορεί. Ενίοτε ανήκω και εγώ σε αυτή την κατηγορία, με πλήρη γνώση μου. Άλλοι λόγοι μπορεί να είναι η συλλογή γκάτζετ, η περιέργεια, η μόδα, η επιθυμία να φαίνεται κάποιος επαγγελματίας ή “ψαγμένος” ερασιτέχνης, η ανάγκη για ανανέωση, το γόητρο κλπ. Όλοι αυτοί οι λόγοι έχουν έναν κοινό παρονομαστή: δεν έχουν καμμία απολύτως σχέση με τη φωτογραφία. Θέλεις να αγοράσεις κάτι απλά γιατί έτσι θέλεις, τελεία. Κάθε περαιτέρω συζήτηση και συμβουλή είναι άχρηστη και άτοπη γιατί 9 φορές στις 10 αυτός που ρωτάει “τί κάμερα να αγοράσω” έχει ήδη αποφασίσει τι θα είναι (συνήθως η ακριβότερη που μπορεί) και ρωτάει απλά και μόνο για επιβεβαίωση. Οποιαδήποτε αντίθετη γνώμη πάει στου κουφού την πόρτα. Όλα αυτά καλά και άγια, ούτε τα κρίνω ούτε τα σχολιάζω, κανένα πρόβλημα.
Εκεί που αρχίζει το πρόβλημα και η σύγχιση είναι όταν κάποιος θέλει τη φωτογραφική μηχανή για να βγάλει όντως φωτογραφίες. Και θέλει την καλύτερη δυνατή για αυτό το σκοπό. Και πηγαίνει σε κάποιο φόρουμ να ρωτήσει. Και κάπου εκεί είναι που αρχίζει να χάνεται η μπάλα…
Ας τα πάρουμε όμως απ’την αρχή. Ας εξετάσουμε έναν-έναν όλους αυτούς τους παράγοντες που αναφέρονται συχνά στις συζητήσεις που ξεκινάνε με το “ποιό μοντέλο να αγοράσω?”. Με τις εξής όμως προυποθέσεις: θα το εξετάσουμε από τη σκοπιά της φωτογραφίας και μόνο, δηλαδή ποιός εξοπλισμός μπορεί να βοηθήσει να βγάλεις περισσότερες και καλύτερες φωτογραφίες. Έξω όλοι οι συναισθηματισμοί, εδώ δεν έχει καμμία σημασία ποιά κάμερα είναι πιό όμορφη και πιό εντυπωσιακή. Επίσης θα το εξετάσουμε από την πλευρά του μέσου αναγνώστη, δηλαδή του ερασιτέχνη που τον ενδιαφέρουν διάφορα είδη φωτογραφίας, με αρκετές προσπάθειες προς το καλλιτεχνικό. Αφήνουμε δηλαδή έξω τον επαγγελματία, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν χρειάζεται και πολλές συμβουλές και αφήνουμε έξω και τις εξειδικευμένες χρήσεις όπως τη μακροφωτογράφηση γιατί εκεί είναι φανερό τί εξοπλισμός χρειάζεται. Με αυτές τις προυποθέσεις ξεκινάμε:
Η ποιότητα εικόνας. Διάβαζα σε αυτή τη δημοσκόπηση ότι η συντριπτική πλειοψηφεία έχει ως σημαντικότερο κριτήριο για την επιλογή ψηφιακής μηχανής την “ποιότητα εικόνας”. Ας μείνουμε λίγο στον ορισμό. Προσέξτε τη σοφή επιλογή των λέξεων: “Ποιότητα” και “εικόνας” βαλμένες δίπλα δίπλα. Μιλάει από μόνο του το πράγμα, καλύτερη ποιότητα εικόνας, άρα καλύτερη εικόνα, άρα καλύτερη φωτογραφία, σωστά?… Λάθος. H ποιότητα της φωτογραφίας καθορίζεται από χίλια δύο πράγματα: το φώς, το θέμα, η στιγμή, το συναίσθημα, το καδράρισμα, την κατάλληλη γωνία και απόσταση λήψης, τις υπόλοιπες επιλογές φόρμας του φωτογράφου και κυρίως το περιεχόμενο, αλλά πάντως όχι από την “ποιότητα εικόνας”. Μην πέφτετε στην ομολογουμένως πολύ καλοστημένη παγίδα μάρκετινγκ της Κάνον, Σόνυ, Νίκον (στο εξής “ΚαΣοΝίκον”). Ένα παράδειγμα: Το 2004 ο Άλεξ Ματζόλι κέρδισε το διεθνές βραβείο φωτοδημοσιογραφίας της χρονιάς. Το βραβείο αυτό είναι εξαιρετικά βαρύτιμο, και οι αντίστοιχες φωτογραφίες μένουν στην ιστορία. Η φωτογραφική μηχανή που χρησιμοποίησε ήταν μια αρχαία για τα σημερινά δεδομένα και ατσούμπαλη ψηφιακή κόμπακτ των 5 μεγκαπίξελ, χωρίς δυνατότητα αλλαγής φακών. Είναι το είδος της μηχανής που αγοράζει κανείς δώρο στη μητέρα του για να βγάζει φωτογραφίες το μουσακά και τις γαρδένιες στον κήπο, είδα πρόσφατα μια μεταχειρισμένη στο ebay που πουλιόταν για $30. Για σκεφτείτε το λίγο, $30 – βραβείο φωτοδημοσιογράφου της χρονιάς. Δεν νομίζω να παραπονέθηκε τότε κανείς για την “ποιότητα εικόνας” του Ματζόλι, κι αν παραπονέθηκε δε νομίζω να τον πείραξε τον ίδιο ιδιαίτερα απ’τη στιγμή που κέρδισε τη βραβειάρα, το συμβόλαιο συνεργασίας με το Μάγκνουμ και την εφ’όρου ζωής χορηγία της Ολύμπους. Συμπέρασμα: αν σας ενδιαφέρει η φωτογραφία, όσο πιό γρήγορα ξεχάσετε την ποιότητα εικόνας και προχωρήσετε σε πιό σημαντικά θέματα τόσο το καλύτερο, γιατί στη φωτογραφία υπάρχουν πολλά σημαντικά θέματα, που θέλουν δουλειά.
Ο επαγγελματικός εξοπλισμός. Αφού την τάδε κάμερα χρησιμοποιούν όλοι οι επαγγελματίες, θα είναι καλύτερη για μένα, σωστά? Λάθος. Υπάρχει μια βασική διαφορά του ερασιτέχνη με τον επαγγελματία: ο επαγγελματίας έχει ραντεβού με τη φωτογραφία. Ξέρει ότι την τάδε ώρα, στο τάδε σημείο, με τις τάδε (περίπου) συνθήκες, θα βγάλει φωτογραφίες, και έχει την πολυτέλεια να κουβαλήσει μαζί του το μισό στούντιο αν θέλει. Ο ερασιτέχνης όμως κατά κανόνα δεν έχει τέτοιο ραντεβού, οι φωτογραφίες εμφανίζονται μπροστά του όποτε το αποφασίσουν αυτές. Και εκείνη τη στιγμή πρέπει να είσαι ο μάγος Χουντίνι για να βγάλεις φωτογραφίες με την τρομερή σου μηχανή, η οποία όμως είναι σε μια τσαντάρα στο σπίτι μαζί με 10 κιλά φακούς και 2 κιλά φλας. Και όταν αποφασίσεις να ζωστείς την τσαντάρα επ’ώμου και “να βγεις για καμμιά φωτογραφία” είναι συνήθως αργά. Ο επαγγελματικός εξοπλισμός επιβάλλει στον ερασιτέχνη ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, ότι “τώρα που είναι Κυριακή και έχω μαζί μου την τσαντάρα πρέπει να βγούνε φωτογραφίες, γιατί αν όχι τώρα, πότε? Αφού μεσοβδόμαδα δουλεύω.” Και καταλήγεις να προσπαθείς με φίλτρα, φότοσοπ, περίπλοκες τεχνικές, εξωτικούς φακούς κλπ να φτιάξεις κάτι ενδιαφέρον από κάτι που ουσιαστικά δεν υπάρχει. Επίσης, οι φωτογραφιζόμενοι από επαγγελματία είναι προετοιμασμένοι για φωτογράφηση και το έχουν αποδεχτεί, οι φωτογραφιζόμενοι από ερασιτέχνη όχι τόσο, και ο επαγγελματικός εξοπλισμός το μόνο που προσθέτει σ’αυτές τις περιπτώσεις είναι άγχος. Συμπέρασμα: επιλέξτε μια μηχανή που νιώθετε εσείς άνετα τόσο να σας συνοδεύει σχεδόν παντού, όσο και να την στρέψετε απέναντι σε κόσμο. Γιατί αν επιλέξετε μια επαγγελματική μηχανή που μοιάζει με εκτοξευτή ρουκέτας όπως η Nikon D3X, προετοιμαστείτε για το πολύ πιθανό ενδεχόμενο οι καλύτερες φωτογραφίες να είναι τραβηγμένες με το κινητό σας, κι αυτό δεν το θέλει ούτε ο Ματζόλι.
Οι ψηφιακές κόμπακτ. Αυτή είναι η μακράν η πιό αδικημένη κατηγορία φωτογραφικών μηχανών. Τις έχουμε συνδιάσει στο μυαλό μας με τη μαμά-γαρδένιες-μουσακά, αλλά αν τις κρίνουμε μόνο από το φωτογραφικό αποτέλεσμα αλλάζει ριζικά το πράγμα. Οι σημερινές κόμπακτ το μόνο που δεν μπορούνε να κάνουν καλά, λόγω αδυναμίας στα ψηλά ISO, είναι νυχτερινά κινούμενα θέματα χωρίς φλας και χωρίς τρίποδα (γιατί ακίνητα κάνουν μιά χαρά με τα συστήματα σταθεροποιήσης εικόνας που έχουν βγει). Αλλά πόσο συχνά συμβαίνει αυτός ο συνδιασμός? Από την άλλη μεριά, οι κόμπακτ έχουν ένα τρομερό πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις DSLR: λόγω του μικρού μεγέθους αισθητήρα και της απουσίας καθρέπτη, έχουν καταστήσει δυνατή την σχεδίαση εξωπραγματικών φακών, οι οποίοι απλά δε γίνεται να υπάρξουν σε DSLR. Ένας φακός rectilinear (όχι fisheye δηλαδή) στα 5-6mm με f2.8 ή και f2 και μέγεθος 1-3 εκατοστά είναι καθημερινότητα στις κόμπακτ. Ο ίδιος φακός σε DSLR αν υπήρχε, που δεν υπάρχει, θα είχε μέγεθος και βάρος σουπιέρας (με τη σούπα μέσα) και ούτε που θέλω να φανταστώ το κόστος. Ποιά η σημασία αυτού του φακού? Ένας φακός 6mm, άσχετα αν ο αισθητήρας “κόβει” την εικόνα στα 25-28mm, παραμένει 6mm για τον υπολογισμό του βάθους πεδίου. Σημαίνει ότι σε όλους σχεδόν τους συνδιασμούς αποστάσεων-διαφραγμάτων, τα πάντα είναι εστιασμένα, που σημαίνει ότι έχεις μια μηχανή που δε χρειάζεται να την εστιάσεις ποτέ. Απενεργοποιείς το autofocus, τη ρυθμίζεις στα 2 μέτρα και την αφήνεις εκεί για πάντα. Έχετε σκεφτεί ποτέ πόσες καθυστερήσεις, μπελάδες και χαμένες φωτογραφίες στοιχίζει η εστίαση, ανεξαρτήτως συστήματος? Άλλο μεγάλο πλεονεκτήματα των κόμπακτ είναι η απολύτως αθόρυβη λειτουργία, λόγω της απουσίας καθρέπτη ή και κλείστρου. Tέλος, στο μυαλό του κόσμου, αυτός με την DSLR είναι σίγουρα ανώμαλος παιδεραστής παπαράτσι τρομοκράτης, ενώ αυτός που κρατάει μια μικρή κάμερα στο μισό μέτρο απ’το πρόσωπό του είναι ένας ακίνδυνος τουρίστας. Άρα έχεις μια μηχανή που σου λύνει τα χέρια: άμεση απόκριση, απόλυτη διακριτικότητα και το κυριότερο είναι μαζί σου όταν τη χρειάζεσαι, όχι στην τσαντάρα στο σπίτι. Ο Ματζόλι δεν ήταν ούτε χαζός ούτε εξυπνάκιας, ήξερε πολύ καλά τί έκανε και είχε επιλέξει τον εξοπλισμό του σοφά. Δείτε και τις φωτογραφίες του Ντάϊντο Μοριγιάμα ο οποίος κάνει καριέρα δεκαετίες ολόκληρες με μία κόμπακτ Ricoh GR2. Φυσικά υπάρχει το πρόβλημα ότι οι περισσότερες κόμπακτ δεν επιτρέπουν την απενεργοποίηση του autofocus, γιατί τότε θα είχες στα χέρια σου ένα σοβαρό φωτογραφικό εργαλείο για $200-$300. Η ΚαΣοΝίκον δε θέλουν να έχουμε φτηνά φωτογραφικά εργαλεία γιατί είναι bad for business. Θέλουν να αγοράσουμε DSLR, κι ας είναι σχεδόν μόνιμα στην τσαντάρα στο σπίτι.
To άγχος του 10-300. Το 10-300 είναι η ανασφάλεια του φωτογράφου ότι αν δεν έχει καλύψει όλα τα εστιακά μήκη από 10mm έως 300mm με φακούς στην τσάντα, θα χάσει φωτογραφίες. Προς μεγάλη χαρά της ΚαΣοΝίκον φυσικά. Η πραγματικότητα είναι ότι οι μεγάλοι δάσκαλοι της φωτογραφίας ανέκαθεν χρησιμοποιούσαν 1-2 σταθερούς φακούς μόνο. Καλές φωτογραφίες υπάρχουν παντού. Το δύσκολο δεν είναι να εξαναγκάσεις την κάμερα να τις τραβήξει με τον κατάλληλο φακό, το δύσκολο είναι να τις δεις. Οι μεγάλοι της φωτογραφίας ήξεραν ότι κανένας φωτογράφος δεν έγινε γνωστός επειδή έβγαζε σε καλούτσικο επίπεδο τις ίδιες φωτογραφίες με όλους τους άλλους, αλλά επειδή είχε το δικό του προσωπικό στυλ και περιεχόμενο στις εικόνες του. Διαλέξτε τον φακό που ταιριάζει στο δικό σας στυλ και περιεχόμενο, κι αφήστε τον 70-200/2.8 για το ζωολογικό κήπο ή το σαφάρι στην Κένυα. Η λογική 10-300 είναι κατάλληλη για επαγγελματίες, που τους έχουν προκαθορίσει από πρίν ποιές είναι οι φωτογραφίες που πρέπει να βγάλουν, αλλά δεν ξέρουν πόσο μακριά θα είναι.
Η ανάλυση. Η ΚαΣοΝίκον θέλει να πιστέψουμε ότι η ανάλυση (τα μεγκαπίξελ) είναι σημαντική για να βγούν καλές φωτογραφίες και εξαρτάται αποκλειστικά από την κάμερα. Και τα δύο αυτά είναι λάθος. Κατ’αρχάς, η ανάλυση στο τελικό προϊόν δηλαδή τη φωτογραφία, δεν εξαρτάται μόνο από τον αισθητήρα, εξαρτάται από τον αισθητήρα και το φακό. Αν ο φακός δεν μπορεί να παράγει 300-400llpm (πράγμα σπάνιο και πανάκριβο σε εμπορικό φακό), η μισή ανάλυση μιας κάμερας 25mp πάει περίπατο. Βγαίνει δηλαδή μια μεγεθυμένη θολούρα, είναι το ίδιο με το να πάρεις μια φωτογραφία απο μιά μηχανή 12mp και να της αυξήσεις το μέγεθος στο φοτοσοπ. Πάνω από τα 12-15mp αρχίζουν να απαιτούνται ιδανικές εργαστηριακές συνθήκες λήψης, με πανάκριβους εξωτικούς Γερμανικούς φακούς για να δεις ορατή διαφορά. Αλλά, και να δείς διαφορά, τί θα την κάνεις στην πράξη? Η διαφορά στην ανάλυση παίζει ρόλο μόνο σε γιγαντιαίες εκτυπώσεις*. Ποιά ήταν η τελευταία φορά που εμείς οι ερασιτέχνες τυπώσαμε πάνω από ένα μέτρο? Και στην τελική, ποιός ο λόγος? Και έκθεση φωτογραφίας να φτάσει κανείς να κάνει, 1 μέτρο είναι μάλλον υπερβολή. Και το σημαντικότερο, εξακολουθούν να ισχύουν αυτά που είπαμε για την “ποιότητα εικόνας” πιό πάνω.
*Αφήνω το κροπάρισμα έξω απ’την κουβέντα επίτηδες, πρώτον γιατί μιλάμε για ερασιτέχνες και για κάποιον που μαθαίνει το κροπάρισμα είναι κακή πρακτική και δεύτερον γιατί εξακολουθεί να υπάρχει το ίδιο πρόβλημα με την ανάλυση του φακού.
Το μποκέ. Μια μονομανία που πιάνει διάφορους φωτογράφους σε διάφορες φάσεις είναι αυτή του μποκέ: ποιός συνδιασμός κάμερας/φακού δίνει το περισσότερο και ομορφότερο. Έχει χυθεί άπειρο μελάνι και έχουν σπαταληθεί υπέργοκα ποσά στο κυνήγι του υπέρτατου μποκέ. Όλα αυτά καλά και άγια, και στα χέρια ενός καλού φωτογράφου (κυρίως πορτραιτίστα) το μποκέ μπορεί να γίνει ένα ακόμη ενδιαφέρον καλλιτεχνικό εργαλείο. Το πρόβλημα όμως είναι ότι αυτό που κάνουν όλοι μόλις αποκτούν επιτέλους ένα “γρήγορο” φακό, είναι να τον ανοίξουν στο f1.2 και να τον αφήσουν εκεί για μήνες ολόκληρους. Έχει παραγίνει και έχει καταντήσει κοινότυπο και βαρετό, και στην τελική λέει πολύ περισσότερα για το φακό παρά για το φωτογράφο: Δώστε ένα φακό με f1.2 ακόμα και σε έναν πρωτάρη και οι φωτογραφίες του θα είναι κάπως ενδιαφέρουσες. Μετά κοιτάξτε τις φωτογραφίες των μεγάλων φωτογράφων που παρουσιάζονται σε site όπως στο dpgr και πείτε μου πόσες έχουν μποκέ. Μία στις εκατό? Αν παρόλα αυτά είναι κάτι που σας ενδιαφέρει, μην αγοράσετε μηχανή full frame και φακό f1.2 για αυτό το λόγο, πάρτε συμπληρωματικά στην DSLR σας μια παλιά μηχανή μεσαίου φορμά και ένα φτηνό φακό 80/2.8. Τα αποτελέσματα θα είναι πολύ, πολύ καλύτερα και το κόστος πολύ, πολύ μικρότερο.
Αυτή η κάμερα είναι καλύτερη απ’την άλλη κάμερα. Κάθε κάμερα δεν είναι τίποτα άλλο από ένας διαφορετικός συνδιασμός συμβιβασμών. Κάποιες κάμερες είναι πιό κατάλληλες για κάποια είδη φωτογραφιών από άλλες και τίποτα άλλο. Όσα χρήματα και να δώσουμε για μια κάμερα αγοράζουμε κάποιες παραμέτρους και χάνουμε κάποιες άλλες. Οι DSLR είναι αρκετά καλός συνδιασμός συμβιβασμών για πολλές χρήσεις, αλλά υπάρχουν σε διάφορες κατηγορίες άλλες κάμερες που απλά τις πατάνε κάτω: το μεγάλο φορμά στην ανάλυση και τη λεπτομέρεια, το μεσαίο φορμά στο ρηχό βάθος πεδίου, οι φηφιακές κόμπακτ στην φορητότητα, αθόρυβη και διακριτική χρήση και το μεγάλο βάθος πεδίου. Οι DSLR έχουν αυτό το ακανόνιστο σχήμα λόγω καθρέφτη και πενταπρίσματος που τις κάνουν να απαιτούν τσάντα, με ότι αυτό συνεπάγεται. Θέλει πείσμα και θέληση για να τις κάνει κάποιος την καθημερινή του μηχανή. Για κάποιους αυτό δεν είναι πρόβλημα, για άλλους όμως είναι. Σε γενικές γραμμές, κρίνοντας από το αποτέλεσμα, πιστεύω ότι είναι πολύ προτιμότερο να έχει κανείς 3 μέτριες αλλά τελείως διαφορετικές μεταξύ τους μηχανές, παρά την καλύτερη από ένα είδος. Μεταξύ διαφορετικών μηχανών ίδιας κατηγορίας, οι διαφορές στο τελικό αποτέλεσμα είναι συνήθως ανύπαρκτες. Ενας τρόπος να το διαπιστώσει αυτό κανείς είναι μια ματιά στς γκρούπ φωτογραφικών μηχανών στο flickr. Στο flickr η πλειοψηφία είναι νέοι ερασιτέχνες, κάπου κάπου κανένας προχωρημένος, σπάνια κάποιος επαγγελματίας. Το μέσο επίπεδο φωτογραφίας είναι γενικά μέτριο. Ένα καλό παράδειγμα είναι αυτό το γκρούπ με φωτογραφίες τραβηγμένες αποκλειστικά και μόνο με Leica. Νομίζω πως είναι φανερό ότι οι φωτογραφίες είναι στο ίδιο επίπεδο με τα υπόλοιπα γκρούπ, τα μή Leica δηλαδή… πάλι μέτριο. Μην περιμένετε θαύματα.
Όλα αυτά δεν είναι βέβαια τίποτα άλλο παρά η ταπεινή μου γνώμη, άλλοι μπορεί να έχουν διαφορετική και είναι απόλυτα σεβαστή. Ελάχιστα από αυτά που λέω να αποδειχτούν ή να μετρηθούν. Αλλά αν υπήρχε τρόπος να μετρηθούν βάζω στοίχημα ότι τελικά όσο μικραίνει η κάμερα (σε μέγεθος, βάρος, επιλογές, περιπλοκότητα, ακόμα και κόστος) τόσο μεγαλώνει η φωτογραφία.
Tags: φωτογραφικές μηχανές
Ωραίο κείμενο, πολύ ενδιαφέρον blog γενικά. Μετά από μερικά χρόνια ενασχόλησης με ψηφιακή, έχοντας πέσει στο παρελθόν στην “παγίδα” της ποιότητας εικόνας, πλέον το σημαντικότερο κριτήριο επιλογής είναι ένα και το εξής: μέγεθος. Ευτυχώς η τάση που παρατηρείται τον τελευταίο καιρό προς μείωση αυτού (Micro Four Thirds, Samsung NX10) με γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον…
Δεν λέω, καλή η slr (Nikon D90 για την ακρίβεια, παλιότερα Canon 450D) αλλά πλέον έχω αρχίσει να διαπιστώνω μειωμένες αντοχές όσον αφορά στην διαχείριση του βάρους, σε συνδυασμό με το μέγεθος. Άσε που η καχυποψία στους αθηναϊκούς δρόμους απέναντι σε τέτοιου είδους μηχανές ουσιαστικά σε αποτρέπει από το να απολαμβάνεις την φωτογράφιση. Από τότε λοιπόν που προμηθεύτηκα και χρησιμοποιώ την Canon S90 σχεδόν οπουδήποτε κυκλοφορώ, το (ξανα)ευχαριστιέμαι μια χαρά το σπορ (και στην ουσία χωρίς κανείς ν’ασχολείται μαζί μου). Αν η μηχανή είχε και 3:2 φορμά (μαζί με σκόπευτρο) θα ήταν τέλεια… Πού θα πάει όμως; Θα βγει κάποια στιγμή μικρή μηχανή ανώτερη των compacts (την έκανε την αρχή η Samsung).
Πάω να υποκύψω πάλι στην παγίδα της ποιότητας, ευτυχώς η παράγραφος περί Majoli με επαναφέρει στην τάξη. Έχουμε υπερ-αναλωθεί (και μπερδευτεί) τα τελευταία χρόνια με τα τεχνικά, ξεχνώντας τελικά ότι το σημαντικότερο είναι η ίδια η φωτογραφία… Όσο για τους τηλεφακούς; Εντάξει, άλλη παγίδα αυτή αλλά συνηθισμένη και νομίζω λογική σε ανθρώπους που “βλέπουν αλλιώς” την φωτογραφία, ενδιαφερόμενοι κυρίως για το αναμνηστικό και λιγότερο για το καλλιτεχνικό κομμάτι.
ΥΓ1 Δεν μπορούσε η Olympus να είχε γρήγορο AF στην Pen….; Κρίμα γιατί αισθητικά η μηχανή είναι φανταστική, αλλά για δρόμο…άχρηστη. Άσε που για τον Zuiko 17mm (επίσης ό,τι πρέπει για street) δεν διάβασα και τα καλύτερα…
YΓ2 Respect στον Moriyama και γενικά στους Ιάπωνες φωτογράφους (Tomatsu, Hosoe κτλ).
Γειά χαρά!
Κι εγώ χρησιμοποιώ μια s90, κι εγώ για δρόμο καθώς και για πορτραίτα-στα-γρήγορα μ’αυτό εδώ το ασύρματο φλασάκι τσέπης:
http://www.bhphotovideo.com/bnh/controller/home?O=details_accessories&A=kitInfo&Q=&sku=367068&is=REG&friendly=Canon_9940A001_HF_DC1_Flash.html
Κανένα παράπονο. Η έλλειψη viewfinder στο δρόμο είναι μαζί μειονέκτημα και πλεονέκτημα. Το πλεονέκτημα είναι ότι σε κάνει αόρατο, για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να προσδιορίσω τραβάω λιγότερη προσοχή όταν περπατάω κοιτάζοντας μια οθόνη σε μία συσκευή που μοιάζει σαν κινητό παρά όταν δεν κρατάω καθόλου κάμερα. Δεν έχω φοβίες στο δρόμο αλλά δεν με πειράζει κιόλας να μη χρειάζεται κάθε τρεις και λίγο να απαντάω την κλασσική ερώτηση: “γιατί με φωτογράφησες;”
Όσο για ποιότητα εικόνας, εκεί που έχουν φτάσει οι κάμερες, μέχρι Α3 ο μέσος θεατής-συντάκτης-κουράτορας δεν πρόκειται να καταλάβει τη διαφορά, φτάνει να κρατάς σχετικά χαμηλά το ISO.
Για την Pen την οποία επίσης είχα για ένα διάστημα έχε υπόψη σου την εξής επιλογή που λύνει το πρόβλημα της εστίασης.
Αυτός ο φακός:
http://www.bhphotovideo.com/c/product/179091-REG/Voigtlander_45BA212A_Super_Wide_Heliar_15mm_f_4_5.html
με αυτό τον αντάπτορα:
http://cgi.ebay.com/Leica-M39-39MM-LTM-lens-2-Micro-4-3-Adapter-G1-GH1-E-P1_W0QQitemZ320475879390QQcmdZViewItemQQptZLens_Accessories?hash=item4a9dd9d7de
Είναι λίγο ακριβότερος σε σχέση με τον Ολύμπους 17/2.8 και χάνεις και ένα στοπ στο διάφραγμα. Αλλά κερδίζεις 4mm πιό ανοιχτό κάδρο, πιό στιβαρό/μεταλλικό φακό, σημάδια υπερεστιακής απόστασης, καλύτερο δαχτυλίδι εστίασης με αρχή και τέλος και βασικά μπορείς να προεστιάσεις εξαλείφοντας εντελώς την καθυστέρηση του autofocus. Στα 15μμ όλα είναι νετ έτσι κι αλλιώς, σε όλες σχεδόν τις αποστάσεις και τα διαφράγματα. Και δε θυσιάζεις τίποτα σε μέγεθος/βάρος.
Δεν τον γνώριζα τον 15άρη voigtlander και ομολογώ με ιντρίγκαρες (δεν βρίσκεις εύκολα πλέον υπερεστιακή!), αν και αποκλείεται να υπάρχει στην Ελλάδα. Ακούγεται πάντως πως η Panasonic θα βγάλει όπου να’ναι σταθερό 14mm pancake για Four Thirds (αισθητά μικρότερο σε μέγεθος από τον υπάρχοντα 20άρη). Σε τελική ανάλυση νομίζω πως συγκεντρωτικά η GF1 υπερέχει της Pen.
Ωραίες φωτογραφίες δρόμου έχεις στο site, σε κάποιες διακρίνω μια (καλώς εννοούμενη) επιρροή από τον Trent Parke, λογικό άλλωστε, down under είστε και οι δύο! Κι η Μελβούρνη δείχνει πολύ ενδιαφέρουσα για τέτοιου είδους φωτογράφιση, σε αντίθεση με την Αθήνα που για διαφόρους λόγους δεν την θεωρώ ό,τι καλύτερο για street.
Σε χαιρετώ
Αφού σε συγχαρώ και το πολύ ενδιαφέρον άρθρο να προσθέσω και εγώ το γνωστό κλισέ:
«Η καλύτερη μηχανή είναι αυτή που έχεις πάντα μαζί σου»
(προσωπικά συνήθως έχω μαζί μου μια Panasonic LX3 με τον εξαιρετικό για τα «κυβικά» της 24mm f/2 φακό και πραγματικά την ευχαριστιέμαι πάρα πάρα πολύ;-)
H C-5050 ήτανε ωραίο μηχανάκι. Κρίνω από το μικρό αδερφάκι της την C-5000 που είχα εγώ: Πάναργη στην εστίαση, μεγάλα f, κόκος για ISO μόνο 320, ΑΛΛΆ full manual ρυθμίσεις. Μέχρι και Bulb mode είχε! Καλά λες ότι η ΚαΣοΝίκον δεν θέλουν τέτοιες μηχανές στην αγορά.
Το κακό είναι ότι πράγματι το στυλ μου είναι δρόμος σε σκοτάδι χωρίς τρίποδα και στους εσωτερικούς χώρους περιορίζομαι σε DIY φωτισμό. Οπότε, την πιο φτηνή dSLR (ναι για την D40 μιλάω) με έναν σταθερό φακό και δεν κοιτάς ποτέ πίσω. Πέρνεις και μία supercompact σε μέγεθος πιστωτικής για να την έχεις πάντα μαζί και είσαι κύριος!
Αν δεν έχεις low-light απαιτήσεις οι καινούργιες super-zoom έχουν να πουν πάρα πολλά. Οι φακοί και τα CCD τους έχουν βελτιωθεί τρομερά και, στην κατηγορία εφφέ του γκάτζετ, τραβάνε άμα λάχει και HD βίντεο που το ζηλεύει και η Mark IV.
Ο εξοπλισμός πρέπει απλά να μην σε τραβάει πίσω. Όλα τα άλλα είναι στο μάτι. Ωραίο άρθρο!
[...] This post was mentioned on Twitter by Σπύρος Βάθης and elsa , HearNothing. HearNothing said: αχχχχχχ καημός μεγάλος RT @elis4vet: Η σημασία της επιλογής φωτογραφικής μηχανής, μύθοι & πραγματικότητα http://tinyurl.com/ycgeemq [...]
Ευχαριστώ παιδιά!
Σπύρο την LX3 την έχω κι εγώ και την έχω αγαπήσει, νομίζω οι μισές φωτογραφίες στο site μου αυτή τη στιγμή είναι με αυτήν…
Νίκο η C5050 άφησε εποχή, κυρίως λόγω του Ματζόλι. Ειλικρινά αν ήταν λίγο μικρότερη δε θα είχα κανένα πρόβλημα να την είχα και σήμερα. Αν έχεις f2 και άπειρο βάθος πεδίου, τί να το κάνεις και το ISO και την εστίαση